Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Ιρλανδικά Διδάγματα

Σε πρόσφατες δηλώσεις και συνεντεύξεις ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Χ. Στυλιανίδης ανέφερε ότι το ιρλανδικό μοντέλο αποτελεί για την Κύπρο υπόδειγμα εξόδου από την οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Και όντως, η Ιρλανδία είναι η μόνη «μνημονιακή» χώρα της Ευρωζώνης, η οποία εμφάνισε σημεία οικονομικής ανάκαμψης. Ο κος Στυλιανίδης αναφέρθηκε σε δύο στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν το πνεύμα της ιρλανδικής πολιτικής: την πιστή εφαρμογή της δανειακής σύμβασης και τις σοβαρές διαβουλεύσεις με την τριμελή ομάδα των δανειστών (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ).  Στα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να προστεθούν ακόμη δύο καίρια χαρακτηριστικά της ιρλανδικής πολιτικής: α) η σαφής και συστηματική στόχευση της ιρλανδικής κυβέρνησης σε ένα σύγχρονο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης επικεντρωμένο στην «Οικονομία της Γνώσης» και β) η σοβαρότητα με την οποία το ιρλανδικό πολιτικό σύστημα σχεδιάζει και θέτει σε εφαρμογή πολιτικές σε βάθος χρόνου για την επίτευξη του οικονομικού αυτού μοντέλου εν μέσω οικονομικής κρίσης.

Καθώς το κυπριακό πολιτικό σύστημα αναζητεί να βρει τον βηματισμό του στην μνημονιακή εποχή, εξισορροπώντας ανάμεσα σε μια αδιέξοδη αντιμνημονιακή ρητορική, στην επιβαλλόμενη από την τραπεζική χρεοκοπία δημοσιονομική προσαρμογή και στη ζωτική ανάγκη επανασχεδιασμού της κυπριακής οικονομίας, το ιρλανδικό μοντέλο μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για έναν σοβαρό προβληματισμό γύρω από τον προσανατολισμό και τις προτεραιότητες της κυπριακής οικονομίας.

Το Ιρλανδικό «Μοντέλο» 

Ας δούμε λοιπόν κάποια από τα χαρακτηριστικά του ιρλανδικού μοντέλου. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, η Ιρλανδία γνώρισε μια πρωτοφανή στην ιστορία της οικονομική ανάπτυξη, η οποία ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων χάρη στο υψηλού επιπέδου αγγλόφωνο εργατικό δυναμικό και το σταθερό και φιλικό φορολογικό περιβάλλον. Διαδοχικές συμμαχικές κυβερνήσεις επένδυσαν κατά προτεραιότητα  στην ανώτατη εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα, θεωρώντας τις επενδύσεις αυτές ως τον καλύτερο τρόπο για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας της ιρλανδικής οικονομίας. Ωστόσο, το 2008, ύστερα από μια δεκαετία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, η Ιρλανδία εισήλθε απότομα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, καλούμενη να διαχειριστεί τον αποκλεισμό της από τις αγορές δανεισμού, μια κολοσσιαία μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων της τάξης του 67% (2007-2011), ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος, αυξανόμενη ανεργία και την προοπτική της απώλειας μιας γενιάς νέων που οδηγούνται στη μετανάστευση.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα, η πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της Ιρλανδίας επιμερίζεται κατά 83% στο ανθρώπινο δυναμικό και την κοινωνική της δυναμική, κατά 14% στην παραγωγική της υποδομή και κατά 3% στους φυσικούς της πόρους. Βασικά παραγωγικά πλεονεκτήματα της Ιρλανδίας θεωρούνται το υψηλό ποσοστό νέων ηλικίας 24-35 ετών με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο αριθμός επιστημονικών δημοσιεύσεων, ο οποίος είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., και οι καινοτομικές επιδόσεις της Ιρλανδίας, οι οποίες την κατατάσσουν 10η παγκοσμίως και 7η πανευρωπαϊκά σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Παν/μιου Cornell, του INSEAD και του Διεθνούς Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας του ΟΗΕ [βλ. «The Global Innovation Index 2013», 1/7/2013]. Παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις του ιρλανδικού κράτους και των επιχειρήσεων στην έρευνα είναι χαμηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου, η Ιρλανδία έχει επιδείξει εξαιρετικές επιδόσεις στην προσέλκυση χρηματοδοτήσεων μέσω ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων της Ε.Ε., όπου Ιρλανδικοί οργανισμοί έχουν συμμετάσχει σε 1.130 ερευνητικά έργα συγχρηματοδοτούμενα από το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο, προσελκύοντας πέραν των 362 εκατομυρίων ευρώ. Συνεπώς, βασική προτεραιότητα για την οικονομική της ανάπτυξη της Ιρλανδίας θεωρείται η πορεία προς την «Οικονομία της Γνώσης» μέσω της ενίσχυσης της επιστημονικής έρευνας και της καινοτομίας. Ας δούμε μερικά απτά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής:

1) Σταθερή χρηματοδότηση της Έρευνας: Τα ιρλανδικά Πανεπιστήμια χρειάστηκε να προσαρμοσθούν στα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. Για παράδειγμα, το 2010, το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Δουβλίνου αναγκάστηκε να περιορίσει το προσωπικό του ενώ το Κολλέγιο Τρίνιτυ έκανε χρήση των ιδίων εσόδων του για να διατηρήσει σταθερό τον αριθμό των ερευνητών του. Ωστόσο, οι εθνικές δαπάνες για την έρευνα παρέμειναν ανέπαφες από τις περικοπές. Για παράδειγμα, το 2013, η ιρλανδική κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο εξαετές εθνικό πρόγραμμα επενδύσεων για την καινοτομική έρευνα ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ με στόχο την δημιουργία 7 κέντρων διασύνδεσης των ιδιωτικών εταιρειών με τους ακαδημαϊκούς ερευνητές για την προώθηση τομέων στους οποίους η Ιρλανδία παρουσιάζει στρατηγικό πλεονέκτημα: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, φωτονική και νανοτεχνολογία, χημεία τροφίμων και σχεδιασμός φαρμάκων. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του κορυφαίου επιστημονικού περιοδικού Nature, η συνεχιζόμενη στήριξη της επιστημονικής έρευνας από την ιρλανδική κυβέρνηση αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα, καθώς η συμμετοχή των Ιρλανδών επιστημόνων στην διεθνή επιστημονική παραγωγή μετά το 2008 έχει αυξηθεί σημαντικά (βλ. «NaturePublishing Index 2012 Global  – A supplement to Nature», 20/6/2013). Με βάση τους απόλυτους αριθμούς επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύθηκαν από Ιρλανδούς επιστήμονες στα περιοδικά του Nature, η διεθνής κατάταξη της Ιρλανδίας εκτοξεύθηκε από την 30η θέση το 2008 στην 20η θέση το 2012. Και αν σταθμιστεί ο αριθμός δημοσιεύσεων ανά αριθμό ερευνητών πλήρους απασχόλησης, η Ιρλανδία κατατάσσεται ακόμα ψηλότερα, στην 8η θέση. Η μελέτη του Nature συμπεραίνει ότι η στρατηγική της Ιρλανδίας αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη δημιουργία της «Οικονομίας της Γνώσης» σε αντικατάσταση του καταρρεύσαντος μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο βασίσθηκε στη «φούσκα» των ακινήτων και στο κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης, τοποθετεί την Ιρλανδία στον κατάλογο πολλά υποσχόμενων επιστημονικά χωρών, από τις οποίες αναμένεται να προκύψουν νέες επιστημονικές ανακαλύψεις («countries to watch»).

2) Προσέλκυση Νεοφυών Επιχειρήσεων: Εδώ και πολλά χρόνια, η Ιρλανδία έχει αντιληφθεί την αξία των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και επενδύει εντατικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του καινοτομικού οικοσυστήματος της, το οποίο αποτελείται από ερευνητικά Πανεπιστήμια, Κέντρα Ερευνών, παραρτήματα πολυεθνικών επιχειρήσεων και νεοφυείς καινοτομικές επιχειρήσεις (start-ups). Στόχος είναι να καταστεί η χώρα το πιο ελκυστικό σημείο στην Ευρώπη για τη δημιουργία και εγκατάσταση δυναμικών επιχειρήσεων, προσελκύοντας επενδύσεις, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης και ενισχύοντας την απασχόληση σε καλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας. Όπως αναφέρουν επενδυτές υψηλής τεχνολογίας στο έγκριτο ιστολόγιο «The Next Web» [«What Attracts Big Tech Companies to Ireland?» - The Next Web, Νοέμβριος 2011], το κύριο πλεονέκτημα της Ιρλανδίας δεν είναι μόνο το Ευρώ και οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές (αυτά υπάρχουν και στην... Κύπρο, σημείωνε το ιστολόγιο), αλλά η ύπαρξη ερευνητικών Πανεπιστημίων διεθνούς εμβέλειας, καλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος επιχειρηματικής στήριξης. Ακόμη και οι χαμηλές τιμές των ακινήτων μετά την κατάρρευση της ιρλανδικής κτηματαγοράς, προβάλλονται ως συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστικών κόμβων καινοτομίας (όπως η Tech City του Λονδίνου) για την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων!

3) «Μικροοικονομικός ακτιβισμός»: Σε πρόσφατη μελέτη του οίκου McKinsey [«Investing in Growth: Europe’s next challenge», McKinsey Global Institute, Δεκ. 2012] διαπιστώνεται ότι η επιστροφή της Ευρώπης σε συνθήκες ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης προϋποθέτει την προσέλκυση άμεσων ιδιωτικών επενδύσεων, οι οποίες συρρικνώθηκαν στην Ε.Ε. κατά 350 δις ευρώ, μεταξύ 2007-2011. Για το σκοπό αυτό, η McKinsey εισηγείται την ανάληψη ενός «τολμηρού μικροοικονομικού ακτιβισμού», ο οποίος συμπεριλαμβάνει δράσεις όπως: α) η αξιοποίηση εθνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην οικονομία, β) η άρση κανονιστικών εμποδίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων, γ) η ενίσχυση μηχανισμών υποστήριξης των επενδύσεων (όπως π.χ. πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε πιστώσεις και σε καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό) δ) η αντιμετώπιση του χάσματος επικοινωνίας και συντονισμού που συχνά υφίσταται ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας, κυβερνητικούς τομείς και ερευνητικούς φορείς και ε) η βελτίωση της διαθεσιμότητας κυβερνητικών δεδομένων και πληροφοριών. Σύμφωνα με την McKinsey, o μικροοικονομικός ακτιβισμός προϋποθέτει ότι οι αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες διαθέτουν επαρκές προσωπικό με επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες σε μια σειρά πεδίων, όπως επίσης και τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν προσωπικό με εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία από τον ιδιωτικό τομέα. Τόσο η μελέτη της McKinsey όσο και άλλες πηγές, θεωρούν ως υποδείγματα στελέχωσης και αποτελεσματικότητας τους ιρλανδικούς δημόσιους οργανισμούς Industrial Development Agency (IDA) Ireland και Enterprise Ireland. Οι οργανισμοί αυτοί έχουν καταφέρει να σχεδιάσουν, να συντονίσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές, οι οποίες μετέτρεψαν την Ιρλανδία σε κόμβο καινοτομίας και υψηλής τεχνολογίας, προσελκύοντας στη χώρα κεφάλαια, επιχειρήσεις (Google, Facebook, IBM, Microsoft κλπ) και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

4) Πρωτοβουλίες πολιτικών: Επιδιώκοντας να προωθήσει περαιτέρω τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας, στα τέλη του 2011, η Ιρλανδική κυβέρνηση σε συνεργασία με Ιρλανδούς ευρωβουλευτές, την ιρλανδική ακαδημαϊκή κοινότητα, επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και τον Ανώτατο Επιστημονικό Σύμβουλο (Chief Scientific Adviser) της ιρλανδικής κυβέρνησης ανέλαβαν πρωτοβουλία με στόχο την προσέλκυση 1 δις Ευρώ από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα πλαίσιο «Ορίζοντας 2020», το οποίο θα ξεκινήσει το 2014 [«Ireland to target €1bn from EU research fund», Irish Examiner, 1/2/2012]. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής διοργανώθηκε τον Μάρτιο του 2013  το διεθνές συνέδριο «ΕU Science: Global Challenges and Global Collaboration». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπό την αιγίδα της Ιρλανδικής Προεδρίας της Ε.Ε., προβάλλοντας διεθνώς τις δυνατότητες των ιρλανδικών ερευνητικων φορέων και ενεργοποιώντας τη δημιουργία δικτύων συνεργασίας για τον καθορισμό στρατηγικών προτεραιοτήτων και την προετοιμασία προτάσεων χρηματοδότησης στο πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020». Βλέπουμε λοιπόν ένα παράδειγμα ισχυρής συνέργειας μεταξύ πολιτικών, κυβέρνησης, ακαδημαϊκών και του ιδιωτικού τομέα για την προώθηση των μακροπρόθεσμων στόχων της Ιρλανδίας και διαπιστώνουμε ότι πολιτική, λαϊκισμός και δημαγωγία δεν είναι απαραίτητο να είναι έννοιες ταυτόσημες.

Η στόχευση της ιρλανδικής αναπτυξιακής στρατηγικής είναι εύλογη αφού η κατάκτηση της «Οικονομίας της Γνώσης» στον ανεπτυγμένο κόσμο θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ για την οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη διατήρηση του μέσου βιοτικού επιπέδου [βλ. μια ανασκόπηση στα: «Καινοτομία και Οικονομική Ανάπτυξη» Μ. Δικαιάκος, Φιλελεύθερος 22/4/2012, και «Καινοτομία: Πολυτέλεια ή Επιτακτική Ανάγκη», Μ. Δικαιάκος, 3/4/2012]. Όλες οι σοβαρές αναλύσεις πολιτικής προηγμένων οικονομικά χωρών τονίζουν την αδήριτη ανάγκη δημόσιων επενδύσεων στην έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών. Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο και ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα, η ποιότητα και η ποσότητα των αποτελεσμάτων του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας καθορίζουν την μελλοντική της πορεία, την οικονομική της κατάταξη και τη δυνατότητά της να αντιμετωπίζει τα σύνθετα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου [βλ. π.χ. «Research & Development, Innovation, and the Science and Engineering Workforce» National Science Board, USA, 2012· «The Global Information Technology Report 2013: Growth and Jobs in a Hyper-connected World» INSEAD κ. World Economic Forum, 2013· «The Digital Manifesto: How Companies and Countries can win in the Digital Economy» The Boston Consulting Group, 1/2012· «A National Talent Strategy: Ideas for Securing U.S. Competitiveness and Economic Growth» Microsoft Corp., Σεπτ. 2012· «Quelle France dans dix ans?» Commissariat general a la strategie et a la prospective, France, 16/8/2013]. Επίσης, για την απόκτηση θέσεων εργασίας υψηλών προδιαγραφών δεν αρκούν πλέον τίτλοι και πιστοποιητικά σπουδών αλλά σοβαρή γνώση και ουσιαστικές επιστημονικές δεξιότητες [βλ. «Academically Adrift. Limited Learning on College Campuses» R. Arun & J. Roksa, U. of Chicago Press, 2011]. 


Αναπτυσσόμενες χώρες αναγνωρίζουν τις ανάγκες αυτές και καλύπτουν με ταχείς ρυθμούς το χάσμα που τις χωρίζει από τις ανεπτυγμένες χώρες, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών τους συστημάτων, την επιστημονική τους παραγωγή και την οικονομική τους ανταγωνιστικότητα [βλ. «Knowledge, networks and nations. Global scientific collaboration in the 21st century» The Royal Society, 2011· «Science, Technology and Innovation in Turkey» TUBITAK (The Scientific and Technological Research Council of Turkey), 2011· «Best and brightest» Economist, 17/8/2013· «How Estonia became E-stonia», T. Masnel, BBC News, 16/5/2013].

Διδάγματα



Εκείνο που εντυπωσιάζει στην ιρλανδική περίπτωση είναι η προσήλωση του ιρλανδικού πολιτικού συστήματος, εν μέσω σκληρής οικονομικής κρίσης, σε φιλόδοξους στρατηγικούς στόχους που ξεπερνούν τον στενό χρονικό ορίζοντα των επομένων εκλογών ή τις επιταγές της μικροπολιτικής. Αυτό είναι ίσως και το κυριότερο δίδαγμα που οφείλουμε να αντλήσουμε στην Κύπρο από το ιρλανδικό μοντέλο. Ωστόσο, η μεταφορά του διδάγματος αυτού στην Κύπρο είναι εξαιρετικά δύσκολη αν παραμείνουμε προσηλωμένοι στο κυπριακό μοντέλο χάραξης και υλοποίησης πολιτικής, το οποίο διαχρονικά χαρακτηρίζεται από: α) τη λήψη αποφάσεων με πρώτιστο κριτήριο την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων και δευτερευόντως το μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον· β) την αδράνεια στην προώθηση πρωτοβουλιών και την παράκαμψη διεθνών πρακτικών όταν αυτές αντιβαίνουν σκοπιμότητες ή θίγουν παγιωμένα συμφέροντα και επιδιώξεις· γ) την σκόπιμη έλλειψη διαφάνειας στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τη δυσπιστία στην επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη, την προσχηματικότητα των δημοσίων διαβουλεύσεων, τον ελλειματικό δημόσιο διάλογο, δ) την επικράτηση κομματικών κριτηρίων στην στελέχωση δημόσιων και ημικρατικών οργανισμών και ε) την ροπή του δημόσιου λόγου στην προχειρολογία και την εντυπωσιοθηρία αντί της εμμονής στις σκληρές και μακροχρόνιες προσπάθειες, τις οποίες προϋποθέτει η μετάβαση σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο βασισμένο στην Κοινωνία και την Οικονομία της Γνώσης. Έτσι, παρά τα πολλά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα διαθέτει η Κύπρος, δεν είναι σαφές αν θα μπορέσει να επανασχεδιάσει την οικονομία της και να διευρύνει τις οικονομικές της δραστηριότητες, ώστε να διατηρήσει την οικονομική της ευημερία στο αυριανό παγκοσμιοποιημένο και σύνθετο οικονομικό περιβάλλον. 

Η διολίσθιση που παρατηρείται στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, είναι χαρακτηριστική. Στον τομέα αυτό, η Κύπρος ξεκίνησε την προσπάθεια ανάπτυξης ερευνητικού Πανεπιστημίου αιώνες μετά τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, εν μέσω μεγάλων αντιδράσεων. Υιοθετήθηκαν σωστές βάσεις και διεθνείς προδιαγραφές με αξιόλογα αποτελέσματα, όπως τεκμηριώνεται από διεθνείς αξιολογήσεις, στατιστικά στοιχεία και τον σφυγμό της κοινωνίας. Πολύ σύντομα, όμως, πριν καν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη και η εμπέδωση θεσμών και πρωτοβουλιών, υιοθετήθηκαν αποτυχημένες πρακτικές σχεδιασμού, διοίκησης και διαχείρισης, οι οποίες έχουν οδηγήσει τα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όμορων χωρών στην πλήρη απαξίωση, με γνωστές δραματικές επιπτώσεις για τις οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές τους. Εσχάτως, διάφορες εκφάνσεις του πολιτικού συστήματος, επεδίωξαν να απαξιώσουν συνολικά το έργο που έχει επιτευχθεί, κατασυκοφαντώντας θεσμούς και ανθρώπους, αποσιωπώντας τεκμηριωμένα επιτεύγματα, παραγνωρίζοντας τις εφαρμοζόμενες διεθνείς πρακτικές και διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.

Καταληκτικό Σχόλιο

Η παρούσα οικονομική κρίση και η ζωτική ανάγκη επανασχεδιασμού της κυπριακής οικονομίες σε σύγχρονη κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ευκαιρία για την αποφυγή αυτού του ολισθηρού δρόμου. Όμως, η κρίση θα μπορούσε να αποδειχθεί και κατάρα αν πολιτική και δημοσιογραφία διολισθήσουν περαιτέρω στην τοξική δημαγωγία. Η οργή των απλών ανθρώπων για τα αίτια της κρίσης, σημειώνει εύστοχα ο καθηγητής Robert Reich, πρώην Υπουργός Εργασίας των Η.Π.Α., μπορεί εύκολα να βρει διέξοδο σε μια βαθιά απέχθεια για τους «άλλους». Ιστορικά, οι δημαγωγοί εκμεταλλεύθηκαν την απέχθεια αυτή για να διοχετεύσουν την οργή των ανθρώπων ενάντια σε κατασκευασμένους αποδιοπομπαίους τράγους, εκμεταλλευόμενοι το «διαίρει και βασίλευε» μεταξύ κοινωνικών κι επαγγελματικών ομάδων, για να απομακρύνουν την προσοχή της κοινωνίας από τις πραγματικές αιτίες της δυστυχίας της. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό απεκλήθη «κοινωνικός αυτοματισμός» και εξασκήθηκε από κυβερνήσεις και μέσα ενημέρωσης, επιχειρώντας να καλύψει την κυβερνητική ανεπάρκεια, χωρίς ωστόσο να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας.