Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ελληνικά Πανεπιστήμια: Ποια στρατηγική για τον 21ο αιώνα;

Δημοσιεύθηκε στο liberal.gr

Οκτώ χρόνια μετά την άδοξη κατάληξη της ευνοϊκότερης περιόδου στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος, η Ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη αρχίσει να αναζητεί, τουλάχιστον στη σφαίρα του δημοσίου διαλόγου, τα προτάγματα και τις ιδέες που θα οδηγήσουν το Ελληνικό έθνος από την εκφυλιστική στασιμότητα της παρούσας κρίσης σε μια πορεία κριτικής αυτογνωσίας, αξιακού επαναπροσδιορισμού και κοινωνικής και οικονομικής ανασύνταξης, η οποία θα επιτρέψει στους Έλληνες να αντιμετωπίσουν με αξιώσεις τις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Είναι ζωτική ανάγκη να αναστοχαστούμε με δημιουργικότητα και τόλμη για το μέλλον της Ελλάδας και του λαού της. Το διακύβευμα πρέπει να είναι σαφές: στο άμεσο μέλλον, χώρες και κοινωνίες θα διακρίνονται σε εκείνες που συστηματικά ενθαρρύνουν και ενεργοποιούν τη δημιουργικότητα, την επινοητικότητα και την επιχειρηματικότητα των νέων ανθρώπων τους και εκείνες οι οποίες τις καταπνίγουν. Οι χώρες της πρώτης κατηγορίας θα αντιμετωπίσουν με αξιώσεις τις ανάγκες και τις προκλήσεις της νέας εποχής, αξιοποιώντας επινοήσεις και γνώσεις, διανοίγοντας καινούριους τομείς οικονομικής δράσης, δημιουργώντας θέσεις εργασίας υψηλής δημιουργικότητας και προστιθέμενης αξίας, προσελκύοντας επενδύσεις και ανθρώπινο δυναμικό. Οι κοινωνίες της δεύτερης κατηγορίας θα διολισθαίνουν πνευματικά και οικονομικά, αδυνατώντας να ανταγωνισθούν στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και να προσφέρουν ευκαιρίες και διεξόδους στα μέλη τους· μια πρόγευση για τη φύση και τις συνέπειες μιας τέτοιας διολίσθησης βιώνει η σημερινή Ελλάδα της κρίσης.

Το διακύβευμα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό και δεν απορρέει από την τρέχουσα οικονομική κρίση. Ακόμα και οικονομικές και τεχνολογικές υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνωρίζουν την επείγουσα ανάγκη αναστοχασμού για τον επαναπροσδιορισμό της εθνικής τους στρατηγικής σε θέματα εκπαίδευσης, επιστημονικής έρευνας και καινοτομίας με στόχο τη «διασφάλιση της μελλοντικής ανταγωνιστικότητας, του καινοτομικού δυναμικού, της οικονομικής ζωτικότητας και της δημιουργίας υψηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας» [βλ. “Rising above the Gathering Storm”, US National Academies,  2007 και 2010· M. Barber, K. Donnelly, S. Rizvi, “An Avalanche is Coming. Higher Education and the Revolution Ahead”, Institute for Public Policy Research, UK, 3/2013]. Ενώ όμως οι προκλήσεις, τα προβλήματα και οι ελλείψεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι ασφαλώς οξύτερα από άλλες προηγμένες χώρες, το χάσμα στον ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό είναι μεγάλο, παρότι θα έπρεπε να είχαμε προ πολλού υιοθετήσει την αποδιδόμενη στον Ράδερφορντ ρήση: «Κύριοι, τα λεφτά τελείωσαν. Είναι ώρα ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε»…

Οφείλουμε να θέσουμε στο επίκεντρο του εθνικού προβληματισμού το πότε και με ποιους τρόπους θα προετοιμάσουμε κατάλληλα τις νέες γενιές για να σχεδιάσουν ένα καλύτερο μέλλον για την Ελλάδα, να μετασχηματίσουν το σχέδιο σε έργα και να φέρουν τα έργα σε πέρας. Κομβικής σημασίας σε αυτή την προσπάθεια είναι ο ρόλος των Πανεπιστήμιων και πώς αυτά επαναπροσδιορίζουν τη λειτουργία τους και προετοιμάζουν τους νέους για τις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Διαχρονικά, η αποστολή των Πανεπιστημίων, είναι τριπλή και αφορά: α) Στην παραγωγή νέας Γνώσης και στην ελεύθερη αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας μέσω της έρευνας και της επινόησης· β) Στην προώθηση της μάθησης και στη μεταφορά της επιστημονικής γνώσης και του πολιτισμού στις νέες γενεές διαμέσου της εκπαίδευσης, με στόχο την ηθική, επιστημονική, πολιτισμική και επαγγελματική διάπλαση των νέων σε ελεύθερες και συγκροτημένες προσωπικότητες, σε δημιουργικούς επιστήμονες και υπεύθυνους επαγγελματίες, σε ενήμερους και υπεύθυνους πολίτες της πατρίδας και της οικουμένης· γ) Στην αξιοποίηση της γνώσης για την επίλυση των σοβαρών προκλήσεων που  αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες και οικονομίες, μέσα από πολιτικές μεταφοράς τεχνογνωσίας, παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Στον παρόντα χρόνο, Πανεπιστήμια σε Ασία, Αμερική και Ευρώπη διέρχονται μια περίοδο προβληματισμού για τον επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων τους και την προσαρμογή της λειτουργίας τους στις ανάγκες και τις πραγματικότητες της νέας Εποχής [βλ. The Economist, “The Whole World is Going to University”, 28/3/2015· N. Carr, “The Crisis in Higher Education”, MIT Technology Review, 27/9/2012· E. Westervelt, “A Nobel Laureate's Education Plea: Revolutionize Teaching”, National Public Radio, 14/4/2016· R. Levin, “Top of the Class: The Rise of Asia’s Universities”, Foreign Affairs, May/June 2010· “Institute-wide Task Force on the Future of MIT Education Final Report.” ΜΙΤ, 28/7/2014· Τ. Abate, “What does the great engineering school of the future look like?”, Stanford News, 8/1/2016· Princeton University, “Planning for Princeton’s Future”, 8/2016]

Ας δούμε ποιες είναι οι βασικές παράμετροι που επηρεάζουν τον επανασχεδιασμό των πανεπιστημιακών λειτουργιών. Πρώτη παράμετρος είναι η ραγδαία επιτάχυνση της παραγωγής νέων γνώσεων, η οποία γίνεται με εκθετικούς ρυθμούς [βλ. J. Attali, “L’ Avenir de travail”, Fayard, 2007]. Καθώς υφιστάμενες γνώσεις και τεχνικές υποκαθίστανται ταχύτατα από νεότερες, ένα μεγάλο ποσοστό των γνώσεων που αποκτούν οι φοιτητές σήμερα στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα θα έχει απαξιωθεί μόλις λίγα χρόνια μετά την αποφοίτηση τους [βλ. J. Attali, ό.π.]. Παράλληλα, οι παραγόμενες γνώσεις διαχέονται πλέον μέσω Διαδικτύου και ταξινομούνται σε μηχανές αναζήτησης και ανοικτές ψηφιακές βιβλιοθήκες. Συνεπώς, ο ρόλος του Πανεπιστημίου ως μηχανισμού μεταφοράς και αποθησαυρισμού της γνώσης, που βασίζεται στην από καθέδρας διδασκαλία, αμφισβητείται και κινδυνεύει να υποβαθμιστεί [βλ. G. Wood, “The Future of College?” The Atlantic, September 2014]. Προκύπτει λοιπόν επιτακτικότερη η ανάγκη εκπαίδευσης επιστημόνων με δεξιότητες αποτελεσματικής διαχείρισης του καταιγισμού νέων γνώσεων, με ικανότητες αξιολόγησης, αξιοποίησης και δημιουργικού συνδυασμού των παραγόμενων πληροφοριών και με δυνατότητα συνεχούς επιμόρφωσης και επανεκπαίδευσης. Τα Πανεπιστήμια θα έχουν αποτύχει στην αποστολή τους αν δεν διδάξουν τους μελλοντικούς επιστήμονες να επιλύουν προβλήματα που δεν έχουν ακόμη προκύψει, αξιοποιώντας γνώσεις και εργαλεία που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί. Για το λόγο αυτό, η εμπέδωση της ερευνητικής μεθόδου και της δυνατότητας σύνθεσης νέων ιδεών πρέπει να έχουν κεντρικό ρόλο στην εκπαιδευτική αποστολή των Πανεπιστημίων.

Δεύτερη παράμετρος είναι η διαφαινόμενη αναποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων: σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιευμένες έρευνες, ένα ανησυχητικά μεγάλο ποσοστό αποφοίτων παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις σε βασικές ακαδημαϊκές δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η σύνθετη συλλογιστική, η ομαδική εργασία, η γραπτή επικοινωνία και η ικανότητα αξιοποίησης των γνώσεων που λαμβάνονται στη διάρκεια των σπουδών [βλ. R. Arum and J. Roksa, “Academically Adrift. Limited Learning on College Campuses”, University of Chicago Press, January 2011].  Οι μελέτες καταδεικνύουν ότι σημαντικό ποσοστό φοιτητών δεν επιτυγχάνουν ουσιαστική βελτίωση στις κρίσιμες αυτές δεξιότητες κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Οι αιτίες του φαινομένου αυτού μπορούν να εντοπισθούν στην έλλειψη  ουσιαστικής σύμπλεξης των φοιτητών με το αντικείμενο των σπουδών τους, την ανεπαρκή αλληλεπίδραση φοιτητών με καθηγητές, την απουσία ουσιαστικών ευκαιριών για ενεργό μάθηση και ομαδική εργασία, την εργαλειακή αντιμετώπιση της μαθησιακής διαδικασίας από τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια, τα οποία προκρίνουν την ικανοποίηση ποσοτικών δεικτών έναντι ποιοτικών και απαιτητικών μαθησιακών στόχων, και τις επιφανειακές προσδοκίες των κοινωνιών από τα εκπαιδευτικά συστήματα, αφού αυτές δίνουν έμφαση στην τυπική πιστοποίηση προσόντων και την παραγωγή πτυχίων παρά στο πραγματικό αντίκρισμα αυτών. Τέλος, ένας καίριος καθοριστικός παράγοντας είναι οι διαφοροποιημένες γνωστικές δυνατότητες των νεότερων γενεών, μεγαλωμένων με άμεση και διαρκή πρόσβαση στο Διαδίκτυο και την κινητή τηλεφωνία. Το πρόβλημα καθίσταται οξύτερο από τις τεχνολογικές εξελίξεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τη Ρομποτική και το Διαδίκτυο, οι οποίες επιφέρουν σημαντικές μετατοπίσεις στον επιμερισμό της εργασίας μεταξύ ανθρώπων και μηχανών [βλ. E. Brynjolfsson and A. McAfee, “The Second Machine Age: Work, Progress, and Prosperity in a Time of Brilliant Technologies”, 2014· C. Frey and M. Osborne, “The Future of Employment: How Susceptible are jobs to computerization”, Oxford University, 2013· Α. Smith and J. Anderson “AI, Robotics, and the Future of Jobs.” Pew Research Center, 6/8/2014]. Η υποκατάσταση θέσεων εργασίας από ευφυή συστήματα ρομποτικής και Τεχνητής Νοημοσύνης θεωρείται ότι θα δημιουργήσει ανάγκες για εργασίες διαφορετικής μορφής και οργάνωσης, για τις οποίες είναι αμφίβολο αν οι σημερινοί απόφοιτοι προετοιμάζονται κατάλληλα. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η ανθρώπινη απασχόληση θα στραφεί σε εργασίες υψηλής δημιουργικότητας αλλά και σε τεχνικές εργασίες μεγάλης εξειδίκευσης για τη διαχείριση και συντήρηση των ευφυών μηχανών [βλ. M. McFarland, “The robots are coming for your job. Here’s how to respond.” The Washington Post, 8/3/2014· L. Alderman, “Unemployed in Europe Stymied by Lack of Technology Skills”, The New York Times, 3/1/2014]. Συνεπώς, στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών σπουδών πρέπει να δοθεί έμφαση σε εκπαιδευτικές διαδικασίες που να αναπτύσσουν τη δημιουργικότητα, την επινοητικότητα και την κριτική σκέψη. Αντιστοίχως, σοβαρές προσαρμογές πρέπει να γίνουν στην τριτοβάθμια τεχνική εκπαίδευση για την προετοιμασία τεχνολόγων με εξειδίκευση στη λειτουργία, διαχείριση και συντήρηση ευφυών συστημάτων και νέων βιομηχανικών διεργασιών παραγωγής.

Τρίτη παράμετρος είναι η επίδραση της σύγχρονης τεχνολογίας στη διαδικασία μετάδοσης της γνώσης. Το Διαδίκτυο καθιστά την πρόσβαση στον ωκεανό των γνώσεων πολύ ευκολότερη και φθηνότερη απ’ ότι πριν· επιπλέον, επιτρέπει σε εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητών ανά τον κόσμο να παρακολουθούν σε χρόνο δικής τους επιλογής και με ελάχιστο κόστος «Μαζικά Ανοικτά Διαδικτυακά Μαθήματα» (Massive Online Open Courses – MOOC), διδασκόμενα από επιστημονικές αυθεντίες κορυφαίων επιστημονικών κέντρων [βλ. “Re-educating Rita”, The Economist, 23/6/2016· D. Koller, “What we ‘re learning from online education”, TEDGlobal 2012]. Το κόστος παραγωγής των MOOC είναι μεγάλο, καθώς προϋποθέτει την πλαισίωση του καθηγητή από επιτελείο εξειδικευμένο στην παραγωγή, επιμέλεια και ενορχήστρωση μαθησιακού υλικού αποτελούμενου από συνδυασμό σύντομων βίντεο, διαφανειών, διαγνωστικών τεστ, πρακτικών ασκήσεων, και στη διαχείριση της μαθησιακής διαδικασίας και της αλληλεπίδρασης με εκατοντάδες ή χιλιάδες φοιτητές. Λόγω της δυνατότητας μαζικής παρακολούθησης των MOOC από χιλιάδες φοιτητές ανά τον κόσμο, του σχεδόν μηδενικού κόστους αναπαραγωγής του μαθησιακού υλικού και της αυτοματοποίησης λειτουργιών αξιολόγησης της προόδου των φοιτητών, το επιμεριζόμενο κόστος ανά φοιτητή εκτιμάται ότι θα είναι μικρό. Οι απόψεις για τον αντίκτυπο των MOOC με βάση τις μέχρι τώρα εμπειρίες διίστανται [βλ. Β. Gates, “Online, All Students Sit in the Front Row”, www.gatesnotes.com, 18/11/2014· R. Derousseau, “California’s multimillion-dollar online education flop is another blow for MOOCs”, The Hechinger Report, 14/4/2015]. Ωστόσο, τα MOOC αποτελούν ένα μοντέλο διδασκαλίας που θα εξακολουθήσει να βελτιώνεται, και πιθανότατα θα χρησιμοποιείται παράλληλα ή σε συνδυασμό με το παραδοσιακό μοντέλο της εκπαίδευσης [βλ. R. Sedgewick, “Taking Education Online: A Unique Opportunity for the New Millennium”, Center for Information Technology Policy Lecture Series, Princeton University, October 2013.]

Τέταρτη παράμετρος είναι η αυξανόμενη σημασία της διεπιστημονικότητας για την κατανόηση και αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων του σύγχρονου κόσμου (κλιματική αλλαγή και περιβάλλον, γενετική, υγεία, ανθρώπινα δικαιώματα και Διαδίκτυο, νευροεπιστήμη, κβαντικοί υπολογιστές κλπ.), το σχεδιασμό νέων τεχνολογιών, προϊόντων, διαδικασιών και υπηρεσιών. Καινοτόμες ιδέες και ανακαλύψεις προκύπτουν, ολοένα και συχνότερα, ως αποτέλεσμα διεπιστημονικών προσεγγίσεων. Η ενίσχυση της διεπιστημονικότητας, στο συγκείμενο μιας αυξανόμενης επιστημονικής εξειδίκευσης, αποτελεί δύσκολη πρόκληση αλλά και ευκαιρία για τα Πανεπιστήμια, ώστε αυτά να επιστρέψουν στις πρωταρχικές τους αξίες. Η γόνιμη ένταξη επιστημόνων, διανοουμένων και σπουδαστών σε διεπιστημονικές κοινότητες, δημιουργεί ευκαιρίες για δημιουργική σύνθεση γνώσεων, για διάχυση ιδεών, επιστημονικών προσεγγίσεων και τεχνογνωσίας και για εμπέδωση επιστημονικών και ηθικών αξιών και νοοτροπίας. Σημαντική επίδραση στη διεπιστημονικότητα έχει η ραγδαία παραγωγή ψηφιακών δεδομένων, τα οποία αποτυπώνουν φαινόμενα, δράσεις και αλληλεπιδράσεις στη φύση, το σύμπαν, τους βιολογικούς οργανισμούς, τις βιομηχανικές διεργασίες και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η αξιοποίηση των λεγόμενων «Μεγάλων Δεδομένων» (Big Data) δημιουργεί προκλήσεις και επιφέρει αλλαγές σε όλους τους τομείς της επιστημονικής έρευνας, της οικονομίας και της οργάνωσης των κοινωνιών και επιβάλλει τη διεύρυνση της διεπιστημονικής κατάρτισης επιστημόνων όλων των επιστημονικών πεδίων σε θέματα αλγοριθμικής, προγραμματισμού και στατιστικής.

Πέμπτη παράμετρος είναι η παγκοσμιoποίηση, η οποία επιβάλλει την ανάγκη για δυναμική και ευέλικτη διασύνδεση των δραστηριοτήτων μιας χώρας με πολυμερή και διαθεματικά δίκτυα διεθνών οικονομικών δραστηριοτήτων. Στο σύγχρονο συγκείμενο, όπου οι τεχνολογίες της Πληροφορικής, των Επικοινωνιών και των Συγκοινωνιών καταργούν γεωγραφικές αποστάσεις, εθνικά σύνορα και χρονικές καθυστερήσεις, η πολυμερής συνεργασία μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών πολιτισμών, εθνικοτήτων και μητρικών γλωσσών καθίσταται πλέον ο κανόνας στις οικονομικές δραστηριότητες. Τα Πανεπιστήμια, συνεπώς, οφείλουν να εκπαιδεύουν τους αποφοίτους τους ώστε αυτοί να μπορούν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν υπόρρητες πολιτισμικές διαφορές, να αξιολογούν συμπεριφορές μέσα από την οπτική ξένων πολιτισμών, να υπερβαίνουν πολιτισμικά και γλωσσικά εμπόδια και να αξιοποιούν την εθνική, γλωσσική και πολιτισμική διαφορετικότητα ως έναυσμα δημιουργικής σύνθεσης νέων ιδεών [βλ. J. S. Lehman, “Transnational Higher Education in the Age of Convergence”, Keynote Address to the National Fulbright Conference, 16/10/2014]. Η ανάγκη αυτή ωθεί τα Πανεπιστήμια σε βήματα διεθνοποίησης, τα οποία προϋποθέτουν τόσο τη διευκόλυνση της προσέλκυσης, φιλοξενίας και πολιτισμικής ένταξης φοιτητών και προσωπικού από ξένες χώρες όσο και τον σχεδιασμό σχετικών και κοινών προγραμμάτων εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και πρακτικής άσκησης [βλ. C.L. Nikias, T.F. Chan, A. Sironi, “ Building a New Global Higher Education Model”, Huffington Post, 17/9/2015].

Έκτη παράμετρος είναι ο ρόλος της Καινοτομίας ως βασικού μοχλού για την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Αναγκαία (αλλά όχι ικανή) προϋπόθεση καινοτομικού προσανατολισμού της εθνικής οικονομίας είναι η ύπαρξη αξιόλογης, συστηματικής και συνεχούς δραστηριότητας σε βασική και εφαρμοσμένη έρευνα και η δυνατότητα γρήγορης αξιοποίησης των ερευνητικών πορισμάτων, της αναπτυσσόμενης τεχνογνωσίας και των ερευνητικών υποδομών από τους παραγωγικούς φορείς της οικονομίας [βλ. “Rising above the Gathering Storm”, U.S. National Academies, 2010]. Για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής απαιτείται στενότερη συνέργεια Πανεπιστημίων με παραγωγικούς και χρηματοδοτικούς φορείς της οικονομίας για την ταχύτερη διάχυση καινοτομίας και γνώσης προς την παραγωγή και την κοινωνία αλλά και τη δημιουργία ευκαιριών για ποιοτική εργασιακή εμπειρία ή επιχειρηματική δραστηριοποίηση φοιτητών, αποφοίτων και νέων επιστημόνων. Ολοένα και περισσότερα Πανεπιστήμια προσβλέπουν στην υιοθέτηση μοντέλων αξιοποίησης της πνευματικής τους παραγωγής μέσα από θεσμούς μεταφοράς τεχνογνωσίας και καινοτομικής επιχειρηματικότητας [βλ. R. Graham “Creating university-based entrepreneurial ecosystems; evidence from emerging world leaders”, MIT Skoltech Initative, Moscow 2014], στα πρότυπα επιτυχημένων καινοτομικών οικοσυστημάτων της Αμερικής και της Δ. Ευρώπης [βλ. Ken Auletta, “Get Rich U. There are no walls between Stanford and Silicon Valley. Should there be?”, New Yorker, 30/4/2012· S. Woo, “Cambridge’s Tech Hub Generates Successes and Growing Pains”, Wall Street Journal, 6/8/2016]. Τα Πανεπιστήμια προσδοκούν ότι η επιχειρηματική αξιοποίηση της ερευνητικής τους παραγωγής θα οδηγήσει σε άμεση και σοβαρή ενίσχυση των εσόδων τους και στήριξη των δραστηριοτήτων τους εν μέσω μειούμενων κρατικών επιχορηγήσεων. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση επιτυχημένων περιπτώσεων και των σύγχρονων εξελίξεων καταδεικνύει ότι οι μεγάλες επιτυχίες δεν είναι ιδιαίτερα συχνές και οι αναπτυσσόμενες προσδοκίες είναι μάλλον υπερβολικές [βλ. M. Hiltzik, “When universities try to behave like businesses, education suffers”, Los Angeles Times, 3/6/2016· B. Sofer, “Technion Technology Transfer: University Inc. The Evolving Role of Research Institutions”, Univenture 2015, Coller Institute of Venture at Tel Aviv University, 16/12/2015].

Έβδομη παράμετρος είναι η τάση μαζικοποίησης και εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Η τάση αυτή προκύπτει από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό νέων, οι οποίοι επιθυμούν να λάβουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση επιδιώκοντας τη βελτίωση της θέσης τους στην αγορά εργασίας [βλ. “The world is going to University”, The Economist, 28/3/2015], και οδηγεί σε δυσάρεστες παρενέργειες όπως η μείωση της αναλογίας καθηγητών προς φοιτητές, η υποχώρηση των δημοσίων δαπανών για την ανώτατη εκπαίδευση ανά φοιτητή (σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ), η κάλυψη διδακτικών αναγκών από χαμηλά αμειβόμενο προσωρινό διδακτικό προσωπικό και η ελαχιστοποίηση των ευκαιριών προσωπικής και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης μεταξύ φοιτητών και καθηγητών. Οι παρενέργειες αυτές συντρέχουν και με την τάση μείωσης της δημόσιας χρηματοδότησης της πανεπιστημιακής έρευνας. Επιπλέον, η αύξηση του αριθμού των δυνητικών φοιτητών και η δυστοκία για την αναλογική ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών από πολυεθνικά κεφάλαια. Η είσοδος ιδιωτικών κερδοσκοπικών εταιρειών στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης έχει προκαλέσει μια ισχυρή προβληματική γύρω από τη φύση της εκπαίδευσης – αν δηλαδή πρόκειται για ανθρώπινο δικαίωμα, δημόσιο αγαθό και υποχρέωση του κράτους ή για παροχή υπηρεσίας που μπορεί να υπόκειται στην επιχειρηματική λογική, το μάρκετινγκ και τη βραχυπρόθεσμη επιδίωξη κέρδους [βλ. E. Alterman, “Who’s Behind the Right-Wing Assault on Public Universities?” The Nation, 1/9/2016· M. Hiltzik, “When universities try to behave like businesses, education suffers”. Los Angeles Times, 3/6/2016]. Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις χωρών και ιδρυμάτων όπου η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει καλύψει με ταχύτητα και ευελιξία κενά τα οποία αδυνατούσαν να καλύψουν τα δημόσια και τα ιδιωτικά μη-κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια. Ωστόσο, η παροχή εκπαίδευσης από ιδιωτικά κερδοσκοπικά ιδρύματα, γίνεται συχνά χωρίς σοβαρή κρατική ρύθμιση και βασίζεται σε επιχορήγηση των φοιτητών με κρατικά δάνεια, τα οποία αδυνατούν να αποπληρώσουν οι απόφοιτοι εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου δεξιοτήτων και γνώσεων που αποκτούν στη διάρκεια των σπουδών τους [βλ. F. Nelson,“Too many universities teach pointless degrees that offer nothing to their students or society”. Guardian, 15/4/2016· “Late to the Fight Against Predator Schools”. The Editorial Board, New York Times, 8/9/2016]. Ενδεικτικός είναι ο υπότιτλος άρθρου του περιοδικού Atlantic των ΗΠΑ, όπου χαρακτηρίζονται οι κερδοσκοπικές σχολές Νομικής στις ΗΠΑ ως «καπιταλιστικό όνειρο ιδιωτικοποίησης κερδών και κοινωνικοποίησης ζημιών» [βλ. P. Campos, “The Law-School Scam”. The Atlantic, 9/2014]. Πολλοί θεωρούν ότι η διαδικασία της εργαλειοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με τη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης της βασικής έρευνας, θα έχουν ως συνέπεια την άρση των συνθηκών που οδήγησαν στη ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο της Δύσης, στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, με δυσάρεστες συνέπειες για το μέλλον [βλ. J. Estrin, “Closing the Innovation Gap”, 2008].

Οι πιο πάνω παράμετροι, μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για την στρατηγική αναδιαμόρφωσης του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα – όχι μόνο των Πανεπιστημίων αλλά και των εξίσου σημαντικών Ιδρυμάτων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. Ωστόσο, παρά τα τεράστια προβλήματα που έχουν συσσωρεύσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεκαετίες στρεβλού σχεδιασμού, επιβολής αποσπασματικών ρυθμίσεων άσχετων με τις διεθνείς πρακτικές, συνεχών αυθαιρεσιών και περιορισμένης διοικητικής αυτονομίας, η συζήτηση γύρω από το ρόλο και την εξέλιξη των Πανεπιστημίων εξακολουθεί να εστιάζεται σε προσχηματικά διλήμματα που υποκρύπτουν είτε άγνοια, είτε ιδεοληπτική αγκύλωση, είτε συντεχνιακά συμφέροντα, είτε ιδιοτελείς επιδιώξεις, είτε όλα αυτά σε συνδυασμό.

Η έξοδος της Ελλάδος από την κρίση προϋποθέτει δημιουργικές ιδέες, νέους τρόπους σκέψης, σοβαρή εμπειρογνωμοσύνη και ένα νέο ήθος στην εργασία, τις επιχειρήσεις, τη διοίκηση και την πολιτική· ένα ήθος διαφορετικό από αυτό οδήγησε την Ελλάδα στη σημερινή υπαρξιακή κρίση. Αν δεν προετοιμάσουμε τους νέους σήμερα ώστε να ανταποκριθούν σε αυτές τις προϋποθέσεις, αν δεν εκσυγχρονίσουμε και στηρίξουμε τα Ελληνικά Πανεπιστήμια ώστε να προσαρμοστούν στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, οι συνέπειες θα είναι τεράστιες.


Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Ιρλανδικά Διδάγματα

Σε πρόσφατες δηλώσεις και συνεντεύξεις ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Χ. Στυλιανίδης ανέφερε ότι το ιρλανδικό μοντέλο αποτελεί για την Κύπρο υπόδειγμα εξόδου από την οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Και όντως, η Ιρλανδία είναι η μόνη «μνημονιακή» χώρα της Ευρωζώνης, η οποία εμφάνισε σημεία οικονομικής ανάκαμψης. Ο κος Στυλιανίδης αναφέρθηκε σε δύο στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν το πνεύμα της ιρλανδικής πολιτικής: την πιστή εφαρμογή της δανειακής σύμβασης και τις σοβαρές διαβουλεύσεις με την τριμελή ομάδα των δανειστών (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ).  Στα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να προστεθούν ακόμη δύο καίρια χαρακτηριστικά της ιρλανδικής πολιτικής: α) η σαφής και συστηματική στόχευση της ιρλανδικής κυβέρνησης σε ένα σύγχρονο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης επικεντρωμένο στην «Οικονομία της Γνώσης» και β) η σοβαρότητα με την οποία το ιρλανδικό πολιτικό σύστημα σχεδιάζει και θέτει σε εφαρμογή πολιτικές σε βάθος χρόνου για την επίτευξη του οικονομικού αυτού μοντέλου εν μέσω οικονομικής κρίσης.

Καθώς το κυπριακό πολιτικό σύστημα αναζητεί να βρει τον βηματισμό του στην μνημονιακή εποχή, εξισορροπώντας ανάμεσα σε μια αδιέξοδη αντιμνημονιακή ρητορική, στην επιβαλλόμενη από την τραπεζική χρεοκοπία δημοσιονομική προσαρμογή και στη ζωτική ανάγκη επανασχεδιασμού της κυπριακής οικονομίας, το ιρλανδικό μοντέλο μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για έναν σοβαρό προβληματισμό γύρω από τον προσανατολισμό και τις προτεραιότητες της κυπριακής οικονομίας.

Το Ιρλανδικό «Μοντέλο» 

Ας δούμε λοιπόν κάποια από τα χαρακτηριστικά του ιρλανδικού μοντέλου. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, η Ιρλανδία γνώρισε μια πρωτοφανή στην ιστορία της οικονομική ανάπτυξη, η οποία ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων χάρη στο υψηλού επιπέδου αγγλόφωνο εργατικό δυναμικό και το σταθερό και φιλικό φορολογικό περιβάλλον. Διαδοχικές συμμαχικές κυβερνήσεις επένδυσαν κατά προτεραιότητα  στην ανώτατη εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα, θεωρώντας τις επενδύσεις αυτές ως τον καλύτερο τρόπο για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας της ιρλανδικής οικονομίας. Ωστόσο, το 2008, ύστερα από μια δεκαετία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, η Ιρλανδία εισήλθε απότομα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, καλούμενη να διαχειριστεί τον αποκλεισμό της από τις αγορές δανεισμού, μια κολοσσιαία μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων της τάξης του 67% (2007-2011), ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος, αυξανόμενη ανεργία και την προοπτική της απώλειας μιας γενιάς νέων που οδηγούνται στη μετανάστευση.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα, η πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της Ιρλανδίας επιμερίζεται κατά 83% στο ανθρώπινο δυναμικό και την κοινωνική της δυναμική, κατά 14% στην παραγωγική της υποδομή και κατά 3% στους φυσικούς της πόρους. Βασικά παραγωγικά πλεονεκτήματα της Ιρλανδίας θεωρούνται το υψηλό ποσοστό νέων ηλικίας 24-35 ετών με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο αριθμός επιστημονικών δημοσιεύσεων, ο οποίος είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και των Η.Π.Α., και οι καινοτομικές επιδόσεις της Ιρλανδίας, οι οποίες την κατατάσσουν 10η παγκοσμίως και 7η πανευρωπαϊκά σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Παν/μιου Cornell, του INSEAD και του Διεθνούς Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας του ΟΗΕ [βλ. «The Global Innovation Index 2013», 1/7/2013]. Παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις του ιρλανδικού κράτους και των επιχειρήσεων στην έρευνα είναι χαμηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου, η Ιρλανδία έχει επιδείξει εξαιρετικές επιδόσεις στην προσέλκυση χρηματοδοτήσεων μέσω ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων της Ε.Ε., όπου Ιρλανδικοί οργανισμοί έχουν συμμετάσχει σε 1.130 ερευνητικά έργα συγχρηματοδοτούμενα από το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο, προσελκύοντας πέραν των 362 εκατομυρίων ευρώ. Συνεπώς, βασική προτεραιότητα για την οικονομική της ανάπτυξη της Ιρλανδίας θεωρείται η πορεία προς την «Οικονομία της Γνώσης» μέσω της ενίσχυσης της επιστημονικής έρευνας και της καινοτομίας. Ας δούμε μερικά απτά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής:

1) Σταθερή χρηματοδότηση της Έρευνας: Τα ιρλανδικά Πανεπιστήμια χρειάστηκε να προσαρμοσθούν στα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. Για παράδειγμα, το 2010, το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Δουβλίνου αναγκάστηκε να περιορίσει το προσωπικό του ενώ το Κολλέγιο Τρίνιτυ έκανε χρήση των ιδίων εσόδων του για να διατηρήσει σταθερό τον αριθμό των ερευνητών του. Ωστόσο, οι εθνικές δαπάνες για την έρευνα παρέμειναν ανέπαφες από τις περικοπές. Για παράδειγμα, το 2013, η ιρλανδική κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο εξαετές εθνικό πρόγραμμα επενδύσεων για την καινοτομική έρευνα ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ με στόχο την δημιουργία 7 κέντρων διασύνδεσης των ιδιωτικών εταιρειών με τους ακαδημαϊκούς ερευνητές για την προώθηση τομέων στους οποίους η Ιρλανδία παρουσιάζει στρατηγικό πλεονέκτημα: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, φωτονική και νανοτεχνολογία, χημεία τροφίμων και σχεδιασμός φαρμάκων. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του κορυφαίου επιστημονικού περιοδικού Nature, η συνεχιζόμενη στήριξη της επιστημονικής έρευνας από την ιρλανδική κυβέρνηση αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα, καθώς η συμμετοχή των Ιρλανδών επιστημόνων στην διεθνή επιστημονική παραγωγή μετά το 2008 έχει αυξηθεί σημαντικά (βλ. «NaturePublishing Index 2012 Global  – A supplement to Nature», 20/6/2013). Με βάση τους απόλυτους αριθμούς επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύθηκαν από Ιρλανδούς επιστήμονες στα περιοδικά του Nature, η διεθνής κατάταξη της Ιρλανδίας εκτοξεύθηκε από την 30η θέση το 2008 στην 20η θέση το 2012. Και αν σταθμιστεί ο αριθμός δημοσιεύσεων ανά αριθμό ερευνητών πλήρους απασχόλησης, η Ιρλανδία κατατάσσεται ακόμα ψηλότερα, στην 8η θέση. Η μελέτη του Nature συμπεραίνει ότι η στρατηγική της Ιρλανδίας αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη δημιουργία της «Οικονομίας της Γνώσης» σε αντικατάσταση του καταρρεύσαντος μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο βασίσθηκε στη «φούσκα» των ακινήτων και στο κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης, τοποθετεί την Ιρλανδία στον κατάλογο πολλά υποσχόμενων επιστημονικά χωρών, από τις οποίες αναμένεται να προκύψουν νέες επιστημονικές ανακαλύψεις («countries to watch»).

2) Προσέλκυση Νεοφυών Επιχειρήσεων: Εδώ και πολλά χρόνια, η Ιρλανδία έχει αντιληφθεί την αξία των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και επενδύει εντατικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του καινοτομικού οικοσυστήματος της, το οποίο αποτελείται από ερευνητικά Πανεπιστήμια, Κέντρα Ερευνών, παραρτήματα πολυεθνικών επιχειρήσεων και νεοφυείς καινοτομικές επιχειρήσεις (start-ups). Στόχος είναι να καταστεί η χώρα το πιο ελκυστικό σημείο στην Ευρώπη για τη δημιουργία και εγκατάσταση δυναμικών επιχειρήσεων, προσελκύοντας επενδύσεις, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης και ενισχύοντας την απασχόληση σε καλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας. Όπως αναφέρουν επενδυτές υψηλής τεχνολογίας στο έγκριτο ιστολόγιο «The Next Web» [«What Attracts Big Tech Companies to Ireland?» - The Next Web, Νοέμβριος 2011], το κύριο πλεονέκτημα της Ιρλανδίας δεν είναι μόνο το Ευρώ και οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές (αυτά υπάρχουν και στην... Κύπρο, σημείωνε το ιστολόγιο), αλλά η ύπαρξη ερευνητικών Πανεπιστημίων διεθνούς εμβέλειας, καλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος επιχειρηματικής στήριξης. Ακόμη και οι χαμηλές τιμές των ακινήτων μετά την κατάρρευση της ιρλανδικής κτηματαγοράς, προβάλλονται ως συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστικών κόμβων καινοτομίας (όπως η Tech City του Λονδίνου) για την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων!

3) «Μικροοικονομικός ακτιβισμός»: Σε πρόσφατη μελέτη του οίκου McKinsey [«Investing in Growth: Europe’s next challenge», McKinsey Global Institute, Δεκ. 2012] διαπιστώνεται ότι η επιστροφή της Ευρώπης σε συνθήκες ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης προϋποθέτει την προσέλκυση άμεσων ιδιωτικών επενδύσεων, οι οποίες συρρικνώθηκαν στην Ε.Ε. κατά 350 δις ευρώ, μεταξύ 2007-2011. Για το σκοπό αυτό, η McKinsey εισηγείται την ανάληψη ενός «τολμηρού μικροοικονομικού ακτιβισμού», ο οποίος συμπεριλαμβάνει δράσεις όπως: α) η αξιοποίηση εθνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην οικονομία, β) η άρση κανονιστικών εμποδίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων, γ) η ενίσχυση μηχανισμών υποστήριξης των επενδύσεων (όπως π.χ. πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε πιστώσεις και σε καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό) δ) η αντιμετώπιση του χάσματος επικοινωνίας και συντονισμού που συχνά υφίσταται ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας, κυβερνητικούς τομείς και ερευνητικούς φορείς και ε) η βελτίωση της διαθεσιμότητας κυβερνητικών δεδομένων και πληροφοριών. Σύμφωνα με την McKinsey, o μικροοικονομικός ακτιβισμός προϋποθέτει ότι οι αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες διαθέτουν επαρκές προσωπικό με επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες σε μια σειρά πεδίων, όπως επίσης και τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν προσωπικό με εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία από τον ιδιωτικό τομέα. Τόσο η μελέτη της McKinsey όσο και άλλες πηγές, θεωρούν ως υποδείγματα στελέχωσης και αποτελεσματικότητας τους ιρλανδικούς δημόσιους οργανισμούς Industrial Development Agency (IDA) Ireland και Enterprise Ireland. Οι οργανισμοί αυτοί έχουν καταφέρει να σχεδιάσουν, να συντονίσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές, οι οποίες μετέτρεψαν την Ιρλανδία σε κόμβο καινοτομίας και υψηλής τεχνολογίας, προσελκύοντας στη χώρα κεφάλαια, επιχειρήσεις (Google, Facebook, IBM, Microsoft κλπ) και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

4) Πρωτοβουλίες πολιτικών: Επιδιώκοντας να προωθήσει περαιτέρω τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας, στα τέλη του 2011, η Ιρλανδική κυβέρνηση σε συνεργασία με Ιρλανδούς ευρωβουλευτές, την ιρλανδική ακαδημαϊκή κοινότητα, επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και τον Ανώτατο Επιστημονικό Σύμβουλο (Chief Scientific Adviser) της ιρλανδικής κυβέρνησης ανέλαβαν πρωτοβουλία με στόχο την προσέλκυση 1 δις Ευρώ από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα πλαίσιο «Ορίζοντας 2020», το οποίο θα ξεκινήσει το 2014 [«Ireland to target €1bn from EU research fund», Irish Examiner, 1/2/2012]. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής διοργανώθηκε τον Μάρτιο του 2013  το διεθνές συνέδριο «ΕU Science: Global Challenges and Global Collaboration». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπό την αιγίδα της Ιρλανδικής Προεδρίας της Ε.Ε., προβάλλοντας διεθνώς τις δυνατότητες των ιρλανδικών ερευνητικων φορέων και ενεργοποιώντας τη δημιουργία δικτύων συνεργασίας για τον καθορισμό στρατηγικών προτεραιοτήτων και την προετοιμασία προτάσεων χρηματοδότησης στο πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020». Βλέπουμε λοιπόν ένα παράδειγμα ισχυρής συνέργειας μεταξύ πολιτικών, κυβέρνησης, ακαδημαϊκών και του ιδιωτικού τομέα για την προώθηση των μακροπρόθεσμων στόχων της Ιρλανδίας και διαπιστώνουμε ότι πολιτική, λαϊκισμός και δημαγωγία δεν είναι απαραίτητο να είναι έννοιες ταυτόσημες.

Η στόχευση της ιρλανδικής αναπτυξιακής στρατηγικής είναι εύλογη αφού η κατάκτηση της «Οικονομίας της Γνώσης» στον ανεπτυγμένο κόσμο θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ για την οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη διατήρηση του μέσου βιοτικού επιπέδου [βλ. μια ανασκόπηση στα: «Καινοτομία και Οικονομική Ανάπτυξη» Μ. Δικαιάκος, Φιλελεύθερος 22/4/2012, και «Καινοτομία: Πολυτέλεια ή Επιτακτική Ανάγκη», Μ. Δικαιάκος, 3/4/2012]. Όλες οι σοβαρές αναλύσεις πολιτικής προηγμένων οικονομικά χωρών τονίζουν την αδήριτη ανάγκη δημόσιων επενδύσεων στην έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών. Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο και ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα, η ποιότητα και η ποσότητα των αποτελεσμάτων του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας καθορίζουν την μελλοντική της πορεία, την οικονομική της κατάταξη και τη δυνατότητά της να αντιμετωπίζει τα σύνθετα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου [βλ. π.χ. «Research & Development, Innovation, and the Science and Engineering Workforce» National Science Board, USA, 2012· «The Global Information Technology Report 2013: Growth and Jobs in a Hyper-connected World» INSEAD κ. World Economic Forum, 2013· «The Digital Manifesto: How Companies and Countries can win in the Digital Economy» The Boston Consulting Group, 1/2012· «A National Talent Strategy: Ideas for Securing U.S. Competitiveness and Economic Growth» Microsoft Corp., Σεπτ. 2012· «Quelle France dans dix ans?» Commissariat general a la strategie et a la prospective, France, 16/8/2013]. Επίσης, για την απόκτηση θέσεων εργασίας υψηλών προδιαγραφών δεν αρκούν πλέον τίτλοι και πιστοποιητικά σπουδών αλλά σοβαρή γνώση και ουσιαστικές επιστημονικές δεξιότητες [βλ. «Academically Adrift. Limited Learning on College Campuses» R. Arun & J. Roksa, U. of Chicago Press, 2011]. 


Αναπτυσσόμενες χώρες αναγνωρίζουν τις ανάγκες αυτές και καλύπτουν με ταχείς ρυθμούς το χάσμα που τις χωρίζει από τις ανεπτυγμένες χώρες, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών τους συστημάτων, την επιστημονική τους παραγωγή και την οικονομική τους ανταγωνιστικότητα [βλ. «Knowledge, networks and nations. Global scientific collaboration in the 21st century» The Royal Society, 2011· «Science, Technology and Innovation in Turkey» TUBITAK (The Scientific and Technological Research Council of Turkey), 2011· «Best and brightest» Economist, 17/8/2013· «How Estonia became E-stonia», T. Masnel, BBC News, 16/5/2013].

Διδάγματα



Εκείνο που εντυπωσιάζει στην ιρλανδική περίπτωση είναι η προσήλωση του ιρλανδικού πολιτικού συστήματος, εν μέσω σκληρής οικονομικής κρίσης, σε φιλόδοξους στρατηγικούς στόχους που ξεπερνούν τον στενό χρονικό ορίζοντα των επομένων εκλογών ή τις επιταγές της μικροπολιτικής. Αυτό είναι ίσως και το κυριότερο δίδαγμα που οφείλουμε να αντλήσουμε στην Κύπρο από το ιρλανδικό μοντέλο. Ωστόσο, η μεταφορά του διδάγματος αυτού στην Κύπρο είναι εξαιρετικά δύσκολη αν παραμείνουμε προσηλωμένοι στο κυπριακό μοντέλο χάραξης και υλοποίησης πολιτικής, το οποίο διαχρονικά χαρακτηρίζεται από: α) τη λήψη αποφάσεων με πρώτιστο κριτήριο την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων και δευτερευόντως το μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον· β) την αδράνεια στην προώθηση πρωτοβουλιών και την παράκαμψη διεθνών πρακτικών όταν αυτές αντιβαίνουν σκοπιμότητες ή θίγουν παγιωμένα συμφέροντα και επιδιώξεις· γ) την σκόπιμη έλλειψη διαφάνειας στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τη δυσπιστία στην επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη, την προσχηματικότητα των δημοσίων διαβουλεύσεων, τον ελλειματικό δημόσιο διάλογο, δ) την επικράτηση κομματικών κριτηρίων στην στελέχωση δημόσιων και ημικρατικών οργανισμών και ε) την ροπή του δημόσιου λόγου στην προχειρολογία και την εντυπωσιοθηρία αντί της εμμονής στις σκληρές και μακροχρόνιες προσπάθειες, τις οποίες προϋποθέτει η μετάβαση σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο βασισμένο στην Κοινωνία και την Οικονομία της Γνώσης. Έτσι, παρά τα πολλά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα διαθέτει η Κύπρος, δεν είναι σαφές αν θα μπορέσει να επανασχεδιάσει την οικονομία της και να διευρύνει τις οικονομικές της δραστηριότητες, ώστε να διατηρήσει την οικονομική της ευημερία στο αυριανό παγκοσμιοποιημένο και σύνθετο οικονομικό περιβάλλον. 

Η διολίσθιση που παρατηρείται στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, είναι χαρακτηριστική. Στον τομέα αυτό, η Κύπρος ξεκίνησε την προσπάθεια ανάπτυξης ερευνητικού Πανεπιστημίου αιώνες μετά τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, εν μέσω μεγάλων αντιδράσεων. Υιοθετήθηκαν σωστές βάσεις και διεθνείς προδιαγραφές με αξιόλογα αποτελέσματα, όπως τεκμηριώνεται από διεθνείς αξιολογήσεις, στατιστικά στοιχεία και τον σφυγμό της κοινωνίας. Πολύ σύντομα, όμως, πριν καν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη και η εμπέδωση θεσμών και πρωτοβουλιών, υιοθετήθηκαν αποτυχημένες πρακτικές σχεδιασμού, διοίκησης και διαχείρισης, οι οποίες έχουν οδηγήσει τα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όμορων χωρών στην πλήρη απαξίωση, με γνωστές δραματικές επιπτώσεις για τις οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές τους. Εσχάτως, διάφορες εκφάνσεις του πολιτικού συστήματος, επεδίωξαν να απαξιώσουν συνολικά το έργο που έχει επιτευχθεί, κατασυκοφαντώντας θεσμούς και ανθρώπους, αποσιωπώντας τεκμηριωμένα επιτεύγματα, παραγνωρίζοντας τις εφαρμοζόμενες διεθνείς πρακτικές και διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα.

Καταληκτικό Σχόλιο

Η παρούσα οικονομική κρίση και η ζωτική ανάγκη επανασχεδιασμού της κυπριακής οικονομίες σε σύγχρονη κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ευκαιρία για την αποφυγή αυτού του ολισθηρού δρόμου. Όμως, η κρίση θα μπορούσε να αποδειχθεί και κατάρα αν πολιτική και δημοσιογραφία διολισθήσουν περαιτέρω στην τοξική δημαγωγία. Η οργή των απλών ανθρώπων για τα αίτια της κρίσης, σημειώνει εύστοχα ο καθηγητής Robert Reich, πρώην Υπουργός Εργασίας των Η.Π.Α., μπορεί εύκολα να βρει διέξοδο σε μια βαθιά απέχθεια για τους «άλλους». Ιστορικά, οι δημαγωγοί εκμεταλλεύθηκαν την απέχθεια αυτή για να διοχετεύσουν την οργή των ανθρώπων ενάντια σε κατασκευασμένους αποδιοπομπαίους τράγους, εκμεταλλευόμενοι το «διαίρει και βασίλευε» μεταξύ κοινωνικών κι επαγγελματικών ομάδων, για να απομακρύνουν την προσοχή της κοινωνίας από τις πραγματικές αιτίες της δυστυχίας της. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό απεκλήθη «κοινωνικός αυτοματισμός» και εξασκήθηκε από κυβερνήσεις και μέσα ενημέρωσης, επιχειρώντας να καλύψει την κυβερνητική ανεπάρκεια, χωρίς ωστόσο να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας.